ανθρωποκτονία

希臘語 编辑

詞源 编辑

άνθρωπος (ánthropos, ) +‎ -κτονία (-ktonía, )

發音 编辑

  • IPA(幫助)/anθɾopoktoˈnia/
  • 斷字:αν‧θρω‧πο‧κτο‧νί‧α

名詞 编辑

ανθρωποκτονία (anthropoktoníaf (复数 ανθρωποκτονίες)

  1. (法律) 殺人謀殺

變格 编辑

近義詞 编辑

相關詞彙 编辑

拓展閱讀 编辑