希臘語

编辑

詞源

编辑

源自古希臘語 ἐαρινός (earinós)

形容詞

编辑

εαρινός (earinósm (陰性 εαρινή,中性 εαρινό)

  1. 春季
    εαρινή ισημερίαeariní isimería
  2. 四旬期

變格

编辑

近義詞

编辑

相關詞彙

编辑