古希臘語

编辑

詞源

编辑

源自πέτρα (pétra, 岩石,石頭) +‎ -ινος (-inos)

發音

编辑
 

形容詞

编辑

πέτρῐνος (pétrinosm (陰性 πετρῐ́νη,中性 πέτρῐνον); 第一類/第二類

  1. 石頭的,岩石
    近義詞: λάϊνος (láïnos)
  2. 變成石頭的

屈折

编辑

Module:Grc-decl/table第65行Lua错误:attempt to call upvalue 'get_label' (a nil value)

拓展閱讀

编辑

希臘語

编辑

形容詞

编辑

πέτρινος (pétrinosm (陰性 πέτρινη,中性 πέτρινο)

  1. 石頭的,岩石
    πέτρινη σκάλαpétrini skála樓梯
  2. (比喻義) 內心不為感情所動的
    πέτρινη καρδιάpétrini kardiá鐵石心腸

變格

编辑

相關詞彙

编辑
  • 參見:πέτρα f (pétra, 岩石,石頭)