τουαλέτα

希腊语编辑

词源编辑

借自法語 toilette

发音编辑

  • IPA(幫助)/tu.aˈle.ta/
  • 斷字:του‧α‧λέ‧τα

名词编辑

τουαλέτα (toualétaf(复数 τουαλέτες

  1. 廁所洗手間
    近義詞: αποχωρητήριο n (apochoritírio)
  2. 梳妝台
  3. 清洗盥洗
  4. 非常正式的連衣裙,通常很长。

变格编辑

相关词汇编辑

参见编辑