φοβάμαι

希臘語编辑

其他寫法编辑

發音编辑

  • IPA(幫助)/foˈva.me/
  • 斷字:φο‧βά‧μαι

動詞编辑

φοβάμαι (fovámai) / φοβούμαι 異態動詞 (過去簡單式 φοβήθηκα被動完成分詞 φοβισμένος)

  1. (一般用 φοβάμαι 的形式) 害怕恐懼
  2. (一般用 φοβούμαι 的形式) 恐怕
    Φοβάμαι πως δεν θα μπορέσουμε …
    Fovámai pos den tha borésoume …
    恐怕我們無法……

變位编辑

相關詞彙编辑

  • 並參見:φόβος m (fóvos, 恐懼,害怕)