古希臘語

编辑

詞源

编辑

源自κόκκος (kókkos, 胭脂蟲櫟) +‎ -ινος (-inos)

發音

编辑
 

形容詞

编辑

κόκκῐνος (kókkinosm (陰性 κοκκίνη,中性 κόκκῐνον); 第一類/第二類

  1. 猩紅的;緋紅

屈折

编辑

Module:Grc-decl/table第65行Lua错误:attempt to call upvalue 'get_label' (a nil value)

拓展閱讀

编辑

希臘語

编辑

詞源

编辑

源自通用希臘語 κόκκινος (kókkinos),源自κόκκος (kókkos, 穀物,種子,仁,核)。現代義項來自冬青的種子,過去用來製作紅色染料。代替古希臘語 ἐρυθρός (eruthrós)

發音

编辑

形容詞

编辑

κόκκινος (kókkinosm (陰性 κόκκινη,中性 κόκκινο)

  1. 紅色
    δύο κόκκινα τριαντάφυλλαdýo kókkina triantáfylla兩朵玫瑰
    κόκκινο κρασίkókkino krasí葡萄酒
    κόκκινα μαλλιάkókkina malliá
  2. 共產主義

變格

编辑

派生詞

编辑

同類詞彙

编辑